2011/06/19

"η ζωή αλλιώς", λοιπόν, η ζωή χωρίς την Άρτεμη

Όλες αυτές τις μέρες από τη Δευτέρα δεν έρριξα ούτε ένα δάκρυ. Ήμουν ήσυχη ότι όλα έγιναν καλά: ήμουν κοντά της όσο μπορούσα και όσο άντεχα, ο σύντροφός της την φρόντισε υποδειγματικά, περιτρυγιρισμένη από τα παιδιά και τις εγγονούλες της.
Είχα μία περίεργη γαλήνη μέσα μου αλλά γνωρίζοντάς με και γνωρίζοντας περί πένθους, ανησυχούσα που δεν είχα αρχίσει να πενθώ πραγματικά, με ένα ξέσπασμα.
Χτες, λοιπόν, το απόγευμα έκλαψα με γοερό θρηνητικό κλάμα την Άρτεμη (ή εμένα ή και τα δύο) επί μισή ώρα. Ξαφνικά, ίσως επειδή ήρθε η Αγγελική για μία μέρα από την Αθήνα να πενθήσουμε τη φίλη μας, επειδή την κουβέντιασα πολύ, γύρισα στο σπίτι και είχε εξαφανιστεί η εικόνα της ταλαιπωρημένης και φαλακρής Άρτεμης, της προισμένης από την κορτιζόνη, της Άρτεμης που πονούσε και σφάδαζε καθιστώντας τους γύρω της ανίκανους και αμήχανους, της Άρτεμης που δεν μπορούσε να περπατήσει πια, και σκέφτηκα τη φίλη μου πριν έξι μήνες, τη φίλη μου από πάντα, τις χαρές, τα ραντεβού μας για πολιτιστικά πρωινά που συχνά κατέληγαν μόνο ραντεβού και καφές και κουβέντα με λαχτάρα, να πούμε τα νέα μας και τα παλιά μας, να ενισχύσουμε τη συνενοχή μας, τις βόλτες και τα καλοκαίρια μας, τις ασκήσεις στη θάλασσα, τη φροντίδα της για μένα, τις Πρωτοχρονιές και τα υπέροχα δώρα της, τις συμβουλές της, τους καυγάδες μας για να μη φύγω στην Αμερική, τη γεναιοδωρία με την οποία μου έδωσε κομμάτι της χαράς των παιδιών της, τη σοφία και τις γνώσεις της και πλάνταξα στο κλάμμα.
Λοιπόν, η ζωή αλλιώς, η ζωή χωρίς την Άρτεμη

La certitude mélancolique dont je parle commence donc, comme toujours, du vivant même des amis. Non seulement par une interruption mais par une parole d’interruption. Un cogito de l'adieu, ce salut sans retour, signe la respiration même du dialogue, du dialogue dans le monde ou du dialogue le plus intérieur. Le deuil alors n’attend plus. Dès cette première rencontre, l’interruption va au-devant de la mort, elle la précède, elle endeuille chacun d’un implacable futur antérieur. L’un de nous deux aura dû rester seul, nous le savions tous deux d’avance. Et depuis toujours. L’un des deux aura été voué, dès le commencement, à porter à lui seul, en lui-même, et le dialogue qu’il lui faut poursuivre au-delà de l’interruption, et la mémoire de la première interruption.
Jacques Derrida, Béliers, Paris, Galilée, 2003.

και για τους μη γαλλομαθείς, μετάφραση από τον Αποστόλη Λαμπρόπουλο
Η μελαγχολική βεβαιότητα λοιπόν για την οποία μιλώ αρχίζει, όπως πάντα, όταν ακόμη ζουν οι φίλοι. Όχι μόνο με μία διακοπή, αλλά με μία κουβέντα διακοπής. Ένα κόγκιτο του αντίο, αυτός ο χαιρετισμός χωρίς επιστροφή, σημαδεύει την ίδια την αναπνοή του διαλόγου, του διαλόγου μέσα στον κόσμο ή του πιο εσωτερικού διαλόγου. Τότε το πένθος δεν περιμένει πλέον. Ήδη από την πρώτη αυτή συνάντηση, η διακοπή πηγαίνει μπροστά από το θάνατο, προηγείται του θανάτου, φορτίζει τον καθένα με το πένθος ενός αδυσώπητου τετελεσμένου μέλλοντα. Ο ένας από μας τους δυο θα έχει να μείνει μόνος του, το ξέρουμε και οι δύο εκ των προτέρων. Και ανέκαθεν. Ο ένας εκ των δύο θα έχει αναλάβει μόνος του, μέσα του, και το διάλογο που πρέπει να συνεχίσουμε πέραν της διακοπής, και τη μνήμη της πρώτης διακοπής.