μνήμη Τάσου Κουκιόγλου
Περίοδος εξετάσεων. Με τον καλό μου πάμε επίσκεψη σε μία φίλη στη γειτονιά μας, τις 40 Εκκλησιές. Βγαίνοντας από το αμάξι του τού λέω: «Μην κουνάς το αμάξι». «Δεν κουνάω το αμάξι, σεισμός είναι». Τρέχω αμέσως στο σπίτι μου (στην αρχή του συνοικισμού), όπου ανακαλύπτω ότι ο πατέρας μου κρατούσε τη βιβλιοθήκη να μην πέσει...
Ανεβαίνουμε ξανά πάνω και αποφασίζουμε να κατεβούμε στην πόλη να δούμε τι είναι αυτό το σύννεφο-μανιτάρι. Φτάνοντας στον Νίκο, άκουσα τις πρώτες οιμωγές. Δεν μας επέτρεψαν να πλησιάσουμε και καλά έκαναν. Τι θα προσφέραμε, δηλαδή;
Κοιμηθήκαμε στο σπίτι, νομίζω. Σε λίγες μέρες αποκτήσαμε αντίσκηνο (κάποιος μας το έδωσε) και κάναμε ωραίες ρομαντζάδες στο δασάκι. Φιλοξενούσαμε και φίλους από το κέντρο. Εγώ πήγαινα συνεχώς στο σπίτι, άγνοια κινδύνου. Και λίγες μέρες μετά ένιωσα τι είναι να είσαι ΜΕΣΑ στο σπίτι και να κουνάει. Ήμουνα με τον θαραλαίο πατέρα μου. Η αδελφή μου έτρεξε αμέσως φωναζοντας: «Κατεβείτε αμέσως!». Θυμάμαι ότι είχα αλαλία για κάποια λεπτά.
Κατά τα άλλα, πηγαίναμε μαζοχιστικά να βλέπουμε τα μπάζα που κουβαλούσαν όλη μέρα φορτηγά στην περιοχή του Καυτατζογλείου και χαιρόμασταν την «αναρχία» της ζωής μας. Κάποιοι χώρισαν, η αδελφή μου γνώρισε τον άντρα της. 40 Εκκλησιές και campus ένα camp. Xαβαλέ και άγιος ο θεός. Η πόλη άδειασε σιγά-σιγά, εμείς ευτυχώς δεν είχαμε ούτε και έχουμε εξοχικό γιατί πέρασα υπέροχα. Πηγαίναμε με τους φίλους μηχανικούς της αδελφής μου να ελέγξουν τις πολυκατοικίες που έχτισαν. Διέσχιζες την πόλη απ’ άκρη σ’ άκρη σε λίγα λεπτά.
Οι γονείς μας φιλοξενήθηκαν στο εξοχικό της θείας Λένας κι εγώ αλώνιζα. Θυμάμαι ένα αστείο περιστατικό στο αστεροσκοπείο δίπλα στη λιμνούλα που είχε τότε (και δεν θυμάμαι εάν υπάρχει τώρα). Μια μάνα φωνάζει: «Το παιδί μου, το παιδί μου!», δείχνοντας προς τη λίμνη. Πέντε-έξι χάβαλοι έπεσαν αμέσως στη λίμνη-γούρνα αλλά το τέρας, όχι του Λοχ Νες αλλά το παιδί-τέρας έπαιζε αμέριμνο λίγο πιο πέρα...
Το πιο σημαντικό πράγμα που συνέβη στα νεανικά μου μάτια ήταν οι ζημιές στο λατρεμένο κτήριο της παλιάς Φιλοσοφικής. Το στερήθηκα για πολλά χρόνια. Τώρα εκεί είναι το γραφείο μου. Θέλω να κλείσω μιλώντας για τον συντηρητή της Φιλοσοφικής Τάσο Κουκιόγλου. Μάζεψε με επιμέλεια ό,τι θα μπορούσε να κλαπεί και φρόντισε το κτήριο σαν να ήταν σπίτι του. Όπως πάντα...
‘’
