παρέμβαση σε συνέδριο φοιτητών για τον θάνατο
οι περιλήψεις του συνεδρίου:
το πρόγραμμα:
η αφίσα του συνεδρίου:
Επειδή
χτες μόλις πέθανε μία καλή συνάδελφος και ευαίσθητη ποιήτρια και
μουσειοπαιδαγωγός, η Μπίλη Βέμη, να μου επιτρέψετε να αφιερώσω την ανακοίνωσή
μου στη μνήμη της.
Δεν είναι
επιστημονική, δεν στηρίζεται στη βιβλιογραφία, παρ’ όλο που έχω ήδη ράφι με
λογοτεχνικά, επιστημονικά βιβλία και λεξικά που μιλούν για τον θάνατο. Παρ’ ότι
έχω παρακολουθήσει μαθήματα σε προπτυχιακό επίπεδο για το πένθος και έχω
παρακολουθήσει συνέδριο με ειδικούς. Αυτό δεν με κάνει ειδικό κι εμένα. Η
αλήθεια είναι πως η βιβλιογραφία δεν σε κάνει σοφότερο. Η ζωή σε κάνει άραγε;
Τα μαθήματα που παρακολούθησα πέρσι στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο δεν με διαφώτισαν και
δεν με παρηγόρησαν. Μόνον ο χρόνος ίσως.
Παρατήρηση
Η μόνη
βεβαιότητα που έχω ως άνθρωπος είναι αυτή της θνητότητάς μου. Παρά ταύτα, οι
δυτικές κοινωνίες και ο τρόπος σκέψης μας δεν εμπεριέχει τον θάνατο ως φυσική
και αναμενόμενη κατάσταση. Ο τρόπος που γίνονται οι κηδείες στην πόλη και ο
τρόπος που γίνονται οι κηδείες στα χωριά δείχνει πως η μόρφωση είναι
αντιστρόφως ανάλογη της ωριμότητας σε σχέση με το θάνατο. Στις πόλεις γίνονται
όλα γρήγορα και βιαστικά σα να μη θέλουμε να στοχαστούμε πάνω στο θάνατο, σα να
μη θέλουμε να βγούμε πολύ από την καθημερινή μας ρουτίνα.
Τι είναι η παρέμβασή μου
Μιλά με την
εμπειρία του θανάτου γονιών και άλλων μεγάλης ηλικίας συγγενών, μιλά για
θανάτους φίλων. Μιλά για θανάτους που μιλιούνται. Γιατί υπάρχουν και θάνατοι
που δεν μιλιούνται, αυτοί των παιδιών, ειδικά των μικρών. Είναι λοιπόν, μία
προσωπική αφήγηση για τον θάνατο άλλων. Συγκεκριμένα δύο φιλενάδων μου, ας τις
πούμε Ήρα και Δήμητρα. Πέθαναν από τον ίδιο καρκίνο, στους πνεύμονες, με
διαφορά τεσσάρων χρόνων στην ίδια ηλικία, στα 64. Η δεύτερη μάλιστα ξεκίνησε τη
χημειοθεραπεία της στο ίδιο δωμάτιο νοσοκομείου που πέθανε η πρώτη. Μιλά και
τον τρίτο φίλο, ας τον πούμε Ντίνο, που πέθανε σε δέκα μέρες μόλις πέρσι, λίγες
μέρες πριν από τα γενέθλιά μου. Να μία διαφορά που υπολογίζουμε ως εγωιστικά
όντα. Είμαστε καλύτερα προετοιμασμένοι για τον θάνατο που έρχεται αργά και
σταδιακά παρά όταν είναι αιφνίδιος.
Τι αποκόμισα από την κοινή πορεία
Από την πρώτη ανακοίνωση της ασθένειας και
από την έκπληξη και το μούδιασμα πέρασα στον άγριο θυμό μέχρι να κάνω αποδοχή
του αυτονόητου της ανίκητης ασθένειας.
Πόσο κοντά και πόσο μακρυά θέλεις, πρέπει
και μπορείς να είσαι;
Οι καρκινοπαθείς φίλες θέλουν και
διεκδικούν τον χρόνο σου. Μπορούν να τον έχουν και επίσης μπορούν να αλλάζουν
γνώμη για μία κανονισμένη έξοδο εάν είναι κουρασμένες. Καλώς εχόντων αυτό
έπρεπε να κάνουμε όλοι.
Αισθάνεσαι τύψεις που αυτές είναι άρρωστες
και εσύ υγιής. Οι ίδιες θέλουν να ακούν τα νέα σου μέχρις ότου να μη θέλουν
γιατί πια δεν ενδιαφέρονται για τίποτε παρά μόνον να απαλλαγούν από τους πόνους
τους. Το ίδιο κι εσύ. Το συναίσθημα αυτό σε ξαφνιάζει στην αρχή και μετά το
βρίσκεις εντελώς δικαιολογημένο.
Η Δήμητρα με παρακολουθεί στην προεκλογική
εκστρατεία που χάρισε τη δημαρχεία στον Γιάννη Μπουτάρη και σέρνεται με κόπο
μέχρι τα γραφεία, όπου τη συστήνω με θέρμη. Προσποιείται ότι χαίρεται που
γνωρίζει κόσμο που δεν θα ξαναδεί ποτέ. Σε λίγες μέρες έχει καταλάβει ότι δεν
θα ξαναβγεί ποτέ όρθια από το σπίτι.
Κάνουμε πάρτυ όλες οι φίλες της στο
νοσοκομείο στην τελευταία της χημειοθεραπεία. Spa και solarium
τα
αποκαλούσε η Ήρα, σε μια προσπάθεια να ξεγελάσει το θάνατο. Spa, λοιπόν, κι εμείς.
Ο τρόμος για το επερχόμενο τέλος στα μάτια
τους και η έκκληση να αγαπώ τα παιδιά τους, να μην τις κλάψω γιατί φεύγουν
γεμάτες. Η συζήτηση με την Δήμητρα στην Πόλη σε μία τελευταία έκλαμψη της
αρρώστιας της: «Να μη στενοχωρηθείς, μη με κλάψεις, με φροντίσατε όλοι, φεύγω
γεμάτη».
«Κι αν δεν πιάσει αυτό»; Ερώτηση της
Δήμητρας στη γιατρό σε ενημέρωση που της έκανε μπροστά μου για τις εναλλακτικές
μορφές που θα πάρει η θεραπεία. Με ρωτά πού θα πάω το καλοκαίρι. Η απάντηση δεν
μπορεί να είναι «εάν πεθάνεις θα φύγω στον Καναδά, εάν δεν πεθάνεις δεν θα πάω
πουθενά». Γιατί όχι τάχα;
Ο πόνος στα μάτια της Ήρας παρά τα
πάμπολλα παυσίπονα.
Κατάφερα και με τις δύο να κάνω και να πω
σημαντικά πράγματα. Ειδικά όταν η αρρώστια έδειχνε να υποχωρεί και
ξεγελιόμασταν όλοι, σχεδόν το ξεχνούσαμε, οι απέξω εννοείται. Πολιτιστικά
πρωινά και μαθήματα Η/Υ, βόλτες, συναυλίες και θέατρα, εκδρομές και ταξείδια
και πολλές φωτογραφίες με υστερικό τρόπο, να κρατηθεί η στιγμή, το παρόν… να
μην ξεχάσω, να μην ξεχαστούν.
Μετά, σου λείπουν όταν ήταν υγιείς γιατί
με τους άρρωστους φίλους έρχεται η στιγμή της μελαγχολικής βεβαιότητας:
Jacques Derrida,
Béliers, Paris, Galilée, 2003.
μετάφραση από τον Αποστόλη Λαμπρόπουλο
"Η μελαγχολική βεβαιότητα λοιπόν για την οποία μιλώ
αρχίζει, όπως πάντα, όταν ακόμη ζουν οι φίλοι. Όχι μόνο με μία διακοπή, αλλά με
μία κουβέντα διακοπής. Ένα κόγκιτο του αντίο, αυτός ο χαιρετισμός χωρίς
επιστροφή, σημαδεύει την ίδια την αναπνοή του διαλόγου, του διαλόγου μέσα στον
κόσμο ή του πιο εσωτερικού διαλόγου. Τότε το πένθος δεν περιμένει πλέον. Ήδη
από την πρώτη αυτή συνάντηση, η διακοπή πηγαίνει μπροστά από το θάνατο,
προηγείται του θανάτου, φορτίζει τον καθένα με το πένθος ενός αδυσώπητου
τετελεσμένου μέλλοντα. Ο ένας από μας τους δύο θα έχει να μείνει μόνος του, το
ξέρουμε και οι δύο εκ των προτέρων. Και ανέκαθεν. Ο ένας εκ των δύο θα έχει αναλάβει
μόνος του, μέσα του, και το διάλογο που πρέπει να συνεχίσουμε πέραν της
διακοπής, και τη μνήμη της πρώτης διακοπής".
Θάνατος, οδύνη, θρήνος και πένθος. Η ώριμη
αποδοχή και η συνειδητοποίηση της αναγκαιότητας του θανάτου ως βασικής
παραμέτρου στη ζωή (των άλλων;), φυσικά. Σταδιακά μαθαίνεις ότι πεθαίνουν οι παππούδες,
οι γονείς, οι θείες και οι θείοι οι φίλες… Εύχομαι να μην αξιωθώ τον θάνατο
άλλων φίλων και να φύγω πρώτη, όχι γιατί τάχαμου δεν αντέχω, έχω αντέξει μία
χαρά και δυο τρομάρες, αλλά για λόγους εγωιστικούς: γιατί αυτή η ζωή έχει αξία
να την μοιράζεσαι. Αν φύγουν οι φίλες και οι φίλοι μου με ποιον θα την μοιράζομαι;
Πεθαίνοντας η Ήρα και η Δήμητρα και καθώς τις πενθούσα αφού πέρασα ένα στάδιο
στο οποίο ευχόμουν να φύγουν μία ώρα αρχύτερα να γλυτώσουν από τους πόνους και
τον εξευτελισμό, από το πόσο άσχημες κατάντησαν ενώ και οι δύο ήταν πολύ
όμορφες γυναίκες, στη διάρκεια του πένθους λοιπόν, κατάλαβα ότι πενθώ για μένα
και γι’ αυτά που έχασα: τις πολύτιμες κουβέντες και τα μαλώματα, την στοργική
τους καθοδήγηση και τη φροντίδα τους, τις σαχλαμάρες που μόνο με φίλες μπορείς
να κάνεις και να πεις, την άνεση να είσαι ο χειρότερος εαυτός σου στα χειρότερά
του.
Πενθείς για τον εαυτό σου κυρίως. Το
κατάλαβα πολύ καλά όταν έχασα τον πατέρα μου. Δεν έκλαιγα γι’ αυτόν που έφυγε,
έκλαιγα για μένα που δε θα τον είχα. Δεν υπάρχει υποκείμενο στον θάνατο. Όσο
δίπλα και να είσαι δεν είσαι αυτός που φεύγει, αυτός που έχει την αγωνία του
θανάτου.
Ποιος έχει δικαιώματα στον νεκρό; Ποιοι
είναι οι σημαντικοί του άλλοι; Ποιοι έχουν δικαίωμα να γραφτούν στο χαρτί
αναγγελίας της κηδείας; Ποιος έχει δικαίωμα να κλάψει; Ποιος έχει δικαίωμα να
κλάψει πιο πολύ; Γιατί δεν θυμάμαι τι έκανα μετά την κηδεία της Δήμητρας; Πού
πήγα; Τι έκανα τους πρώτους μήνες μετά τον θάνατο της Ήρας;
Με τον Ντίνο, έκλαψα πολύ, έκλαψα τις δέκα
μόλις μέρες που ήταν άρρωστος και χωρίς ελπίδα και το μόνο που με παρηγορεί
είναι ότι την τελευταία φορά που βρεθήκαμε ήταν σα να ξέραμε και τα είπαμε όλα,
απολύτως όλα.
Νιώθω καλά που ήμουν εκεί για τις φίλες
μου και τις έκανα μασάζ, τις χάιδεψα, τις παρηγόρησα, τις άφησα να φύγουν
γενναιόδωρα χωρίς άλλες σκέψεις: το μεγαλύτερο δώρο που μπορείς να κάνεις σε
έναν άνθρωπο που είναι ανίατα άρρωστος.
Κατά έναν μαγικό (όχι μεταφυσικό τρόπο) ο
διάλογος συνεχίζεται. Μιλάω για τις φίλες μου χωρίς να τις εξοραίζω, αναφέρομαι
στα κουσούρια τους, κοιτάω τις φωτογραφίες τους. Μιλάω μαζί τους πολύ συχνά.
Φυτεύουμε δέντρα στη μνήμη τους. Φοράω τα ρούχα τους, όσα μπορώ γιατί οι φίλες
μου ήταν αδύνατες και κομψές.
Ζηλεύω τους πιστούς που πιστεύουν ότι θα
ξαναβρεθούμε όλοι μαζί μια μέρα. Δεν θα ξαναβρεθώ με τις φίλες μου ποτέ και
αυτή τώρα είναι μία ώριμη και νηφάλια όχι χωρίς πόνο σιγουριά, όμοια με αυτήν
που έχουμε ότι το μόνο σίγουρο είναι ότι θα πεθάνουμε.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου