Γέννημα-θρέμμα των 40 Εκκλησιών, 45 χρόνια κάτοικος της συμπαθητικής αλλά συντηρητικότατης αυτής γειτονιάς των μπαγιάτηδων Θεσσαλονικέων, κατέβηκα πριν πέντε χρόνια στο κέντρο-κατάκεντρο, στη Μητροπόλεως, συγκεκριμένα στην προέκταση, ιδιοκτήτρια για πρώτη φορά σπιτιού, μη φανταστεί κανείς από δική μου προκοπή αλλά από την πατρική κληρονομιά.
Στις 40 Εκκλησιές με ήξεραν και τους ήξερα σχεδόν όλους, μάλιστα πολλοί άνθρωποι με τίμησαν και με την ψήφο τους στις τελευταίες δημοτικές εκλογές, πράγμα που με έφερε πρώτη στο Α΄ Διαμέρισμα με την Πρωτοβουλία για τη Θεσσαλονίκη. Τιμή αχρείαστη γιατί τα διαμερίσματα είναι υποβαθμισμένα και ως αντιπολίτευση είσαι απλώς μαϊντανός, αλλά αυτά θα τα πούμε άλλη φορά.
Στις 40 Εκκλησιές ήταν σα να ζεις σε χωριό με όλα τα θετικά και τα αρνητικά του. Θετικά: δεν χάνεται ποτέ κανένα γράμμα, ειδικά τα παλιά χρόνια που ταχυδρόμος ήταν ο Τάκης, πατέρας μετέπειτα φοιτητή μου, μου έφερε όλα τα υπέροχα και ευχάριστα γράμματα, τα δυσάρεστα τηλεγραφήματα, ως και μία κάρτα μου έφερε μία φορά που είχε ως παραλήπτη «ΕΧ, 40 Εκκλησιές» (!), στοίχημα με τους φίλους μου ότι με ξέρουν. Όταν ο Τάκης πήρε σύνταξη έχασα έναν φίλο. Του έδωσα ένα μικρό δώρο και ένα δίπλωμα δικής μου έμπνευσης. Αρνητικά: όλοι σε ξέρουν και εσένα και τους γονείς σου και κάθε αλλαγή της προσωπικής σου ζωής είναι γνωστή σε χρόνο dt σε όλους εκθέτοντας το πρόσωπό σου εκθέτεις, δηλαδή, και όλη την οικογένεια.
Ούτε στις 40 Εκκλησιές, ούτε πουθενά δεν αισθάνομαι «πατρίδα μου» γιατί ως εγγονή Ποντίων προσφύγων δεν έχω χωριό αλλά ούτε και πόλη να δείξω «να, εδώ έμενε ο παππούς και η γιαγιά μου», ούτε και χειροπιστές μνήμες να πιαστώ από αυτές. Μόνο ένα σαμοβάρι υπάρχει να θυμίζει από πού κρατάει η σκούφια μας και φυσικά, τα βιβλία του παππού Σταύρου Χοντολίδη, απόφοιτου του Λυκείου Τραπεζούντας, δασκάλου και ράπτου! Βιβλία Λειψίας, αρχαίοι συγγραφείς κυρίως και λεξικά και τέτοια. Τόσο το καλύτερο που δεν υπάρχουν χειροπιαστά πράγματα για να φαντασιώνομαι ό,τι θέλω...
Πατρίδα, λοιπόν, οι φίλοι μου. Γι’ αυτό και η απόφαση να φύγω από τις 40 Εκκλησιές ήταν εύκολη για μένα. Είχα κουραστεί με αυτό το κλειστοφοβικό συναίσθημα της γειτονιάς που όλα είναι ορατά και όλοι ένα πράγμα με όλους. Και η στενότερη παρέα κλειστοφοβική και αυτή σκόρπισε στους πέντε ορίζοντες μη μπορώντας να ανανεωθεί και να εντάξει δημιουργικά νέα μέλη. Σχεδόν το καμαρώναμε αυτό με νεανική υπεροψία.
Κατήλθα, λοιπόν, στο κέντρο και ήμουν σίγουρη ότι εδώ η ανωνυμία μου θα προστατεύεται (η αλήθεια είναι πως τώρα πια που η μάνα μου δε ζει και είμαι μία ώριμη γυναίκα δεν έχω τίποτε και από κανέναν να προστατεύσω) και δεν θα με ξέρει ούτε και θα ξέρω κανέναν. Ώσπου να πεις κύμινο, οι άνθρωποι του απέναντι parking, ο κύριος και η κυρία του φωτοτυπάδικου, οι κουρείς τοποτηρητές με πελάτες όλους σχεδόν τους άνδρες φίλους μου, τα κορίτσια του μπαρ και οι κυρίες της φιλοπτώχου έμαθαν ποια είμαι και τι κάνω για να βιοπορίζομαι και τι ψηφίζω και την οικογενειακή μου κατάσταση.
Ε, λοιπόν, η προέκταση Μητροπόλεως είναι μία μικρογραφία 40 Εκκλησιών προς το δεξιότερο και κοσμικότερο. Με τα θετικά και τα αρνητικά της. Μια μικρή γειτονιά. Λ.χ. ένας άνθρωπος –«τρελός» για να συνεννοηθούμε– περιφέρεται στη «γειτονιά μου» και κάθεται σε διάφορα στέκια και καφέ. Δεν ξέρω το όνομά του και η ηλικία του απροσδιόριστη. Φωνάζει μόνος του άναρθρα και απελπισμένα και είναι πολύ θυμωμένος δεν ξέρω ούτε με ποιον ούτε γιατί. Συνήθως με ενοχλεί. Τις πρώτες φορές που τον άκουσα με τρόμαξε το ακατανόητο και η ένταση της φωνής του. Τα Χριστούγεννα και, μετά, με τα κρύα εξαφανίστηκε. Μπορώ να πω ότι μου έλειψε. Έξω από το μαγαζί της Ελπίδας, αυτής της μετα-νεωτερικής κομμώτριας υπάρχει ένα παγκάκι και διακριτικά πίσω του μία κουβέρτα για να κοιμάται ο άστεγος της γειτονιάς μας. Λίγο πιο πέρα η πάντοτε χαμογελαστή κυρία Ζωή, μου κρατά τις εφημερίδες μου πάντοτε με επιμέλεια και επαγγελματισμό. Με ρώτησε της προάλλες αν είμαι δικηγόρος. Τόσο χάλια της φαίνομαι;
Από τη γειτονιά δεν ξέφυγα εντέλει.
Στις 40 Εκκλησιές με ήξεραν και τους ήξερα σχεδόν όλους, μάλιστα πολλοί άνθρωποι με τίμησαν και με την ψήφο τους στις τελευταίες δημοτικές εκλογές, πράγμα που με έφερε πρώτη στο Α΄ Διαμέρισμα με την Πρωτοβουλία για τη Θεσσαλονίκη. Τιμή αχρείαστη γιατί τα διαμερίσματα είναι υποβαθμισμένα και ως αντιπολίτευση είσαι απλώς μαϊντανός, αλλά αυτά θα τα πούμε άλλη φορά.
Στις 40 Εκκλησιές ήταν σα να ζεις σε χωριό με όλα τα θετικά και τα αρνητικά του. Θετικά: δεν χάνεται ποτέ κανένα γράμμα, ειδικά τα παλιά χρόνια που ταχυδρόμος ήταν ο Τάκης, πατέρας μετέπειτα φοιτητή μου, μου έφερε όλα τα υπέροχα και ευχάριστα γράμματα, τα δυσάρεστα τηλεγραφήματα, ως και μία κάρτα μου έφερε μία φορά που είχε ως παραλήπτη «ΕΧ, 40 Εκκλησιές» (!), στοίχημα με τους φίλους μου ότι με ξέρουν. Όταν ο Τάκης πήρε σύνταξη έχασα έναν φίλο. Του έδωσα ένα μικρό δώρο και ένα δίπλωμα δικής μου έμπνευσης. Αρνητικά: όλοι σε ξέρουν και εσένα και τους γονείς σου και κάθε αλλαγή της προσωπικής σου ζωής είναι γνωστή σε χρόνο dt σε όλους εκθέτοντας το πρόσωπό σου εκθέτεις, δηλαδή, και όλη την οικογένεια.
Ούτε στις 40 Εκκλησιές, ούτε πουθενά δεν αισθάνομαι «πατρίδα μου» γιατί ως εγγονή Ποντίων προσφύγων δεν έχω χωριό αλλά ούτε και πόλη να δείξω «να, εδώ έμενε ο παππούς και η γιαγιά μου», ούτε και χειροπιστές μνήμες να πιαστώ από αυτές. Μόνο ένα σαμοβάρι υπάρχει να θυμίζει από πού κρατάει η σκούφια μας και φυσικά, τα βιβλία του παππού Σταύρου Χοντολίδη, απόφοιτου του Λυκείου Τραπεζούντας, δασκάλου και ράπτου! Βιβλία Λειψίας, αρχαίοι συγγραφείς κυρίως και λεξικά και τέτοια. Τόσο το καλύτερο που δεν υπάρχουν χειροπιαστά πράγματα για να φαντασιώνομαι ό,τι θέλω...
Πατρίδα, λοιπόν, οι φίλοι μου. Γι’ αυτό και η απόφαση να φύγω από τις 40 Εκκλησιές ήταν εύκολη για μένα. Είχα κουραστεί με αυτό το κλειστοφοβικό συναίσθημα της γειτονιάς που όλα είναι ορατά και όλοι ένα πράγμα με όλους. Και η στενότερη παρέα κλειστοφοβική και αυτή σκόρπισε στους πέντε ορίζοντες μη μπορώντας να ανανεωθεί και να εντάξει δημιουργικά νέα μέλη. Σχεδόν το καμαρώναμε αυτό με νεανική υπεροψία.
Κατήλθα, λοιπόν, στο κέντρο και ήμουν σίγουρη ότι εδώ η ανωνυμία μου θα προστατεύεται (η αλήθεια είναι πως τώρα πια που η μάνα μου δε ζει και είμαι μία ώριμη γυναίκα δεν έχω τίποτε και από κανέναν να προστατεύσω) και δεν θα με ξέρει ούτε και θα ξέρω κανέναν. Ώσπου να πεις κύμινο, οι άνθρωποι του απέναντι parking, ο κύριος και η κυρία του φωτοτυπάδικου, οι κουρείς τοποτηρητές με πελάτες όλους σχεδόν τους άνδρες φίλους μου, τα κορίτσια του μπαρ και οι κυρίες της φιλοπτώχου έμαθαν ποια είμαι και τι κάνω για να βιοπορίζομαι και τι ψηφίζω και την οικογενειακή μου κατάσταση.
Ε, λοιπόν, η προέκταση Μητροπόλεως είναι μία μικρογραφία 40 Εκκλησιών προς το δεξιότερο και κοσμικότερο. Με τα θετικά και τα αρνητικά της. Μια μικρή γειτονιά. Λ.χ. ένας άνθρωπος –«τρελός» για να συνεννοηθούμε– περιφέρεται στη «γειτονιά μου» και κάθεται σε διάφορα στέκια και καφέ. Δεν ξέρω το όνομά του και η ηλικία του απροσδιόριστη. Φωνάζει μόνος του άναρθρα και απελπισμένα και είναι πολύ θυμωμένος δεν ξέρω ούτε με ποιον ούτε γιατί. Συνήθως με ενοχλεί. Τις πρώτες φορές που τον άκουσα με τρόμαξε το ακατανόητο και η ένταση της φωνής του. Τα Χριστούγεννα και, μετά, με τα κρύα εξαφανίστηκε. Μπορώ να πω ότι μου έλειψε. Έξω από το μαγαζί της Ελπίδας, αυτής της μετα-νεωτερικής κομμώτριας υπάρχει ένα παγκάκι και διακριτικά πίσω του μία κουβέρτα για να κοιμάται ο άστεγος της γειτονιάς μας. Λίγο πιο πέρα η πάντοτε χαμογελαστή κυρία Ζωή, μου κρατά τις εφημερίδες μου πάντοτε με επιμέλεια και επαγγελματισμό. Με ρώτησε της προάλλες αν είμαι δικηγόρος. Τόσο χάλια της φαίνομαι;
Από τη γειτονιά δεν ξέφυγα εντέλει.
3 σχόλια:
τη γειτονιά τη φτιάχνεις κι εσύ με την κοινωνική σου συμπεριφορά. Αλλιώς δεν υπάρχει.
Νίκος
Λενιώ το απόλαυσα και επειδή σε γνωρίζω - έχω την τιμή να σε γνωρίζω δηλαδή - σε φαντάστηκα να το λες και έτσι άκουγα σε ποιες λέξεις βάζεις έναν τόνο πιο πάνω και άλλα και άλλα. το απόλαυσα και χαίρομαι που όπου πας βρίσκεις τη γειτονιά σου κι ίσως και την πατρίδα σου ως πόντια που είσαι!
Σε ευχαριστώ για αυτή την ευχάριστη ανάγνωση.
Αν και δεν αξιώθηκα μία γωνίτσα στην καινούργια σου γειτονιά λέω άμα ανέβω πάνω να το κάνω!
Βαγγέλης Ι.
Aγαπητή Ελένη.
Το κείμενό σου είναι ενα πολύ ωραίο διήγημα.Δουλεψέ το λιγάκι και είναι ετοιμο.Το λέω ως αναγνώστης.
Γιάννης Παππάς
Δημοσίευση σχολίου