στη μνήμη της Ρενέ Μόλχο
Είχαμε Δημήτρια φέτος; Και αν όχι, γιατί; Εάν ναι, γιατί δεν το πρόσεξα;
Μου λένε –γιατί θα επιδιώξω να μην πάω ποτέ εάν τα καταφέρω– ότι στο νέο μεγάλο εφιαλτικής σύλληψης εμπορικό κέντρο (shopping center, shopping mall στα αγγλικά) που άνοιξε στη Θεσσαλονίκη οι πωλήσεις των βιβλίων πάνε περίφημα. Χαίρομαι γι’ αυτό. Να αλλάξω γούστα μήπως; Μήπως γέρασα και οι πολυ-χώροι αυτοί είναι όντως τόποι στους οποίους οι απελπισμένοι κάτοικοι των πόλεων εκδράμουν και για τις πολιτιστικές τους ανάγκες; Το βιβλίο να πάει καλά κι ας πουλιέται και στην κόλαση!
Στον ίδιο χώρο βλέπεις κινηματογράφο –έναντι αδράς αμοιβής– και τρως πολυτελώς. Εγώ και ο παχουλός μου εαυτός λέω να απέχουμε. Ας πληρώσω το αέριο… Του χρόνου βλέπουμε! Μπορεί να έχει πάει καλά και η δίαιτα, πού ξέρεις;
Τι θα γίνει όμως που εγώ –και ελπίζω όχι μόνο– αγαπώ τα μικρά βιβλιοπωλεία όπου γνωρίζεις και ανθρώπους και χώρο σαν την τσέπη σου και λειτουργούν και λίγο σαν στέκια και μιλάς ανθρωπινά γιατί κανείς δε βιάζεται, ούτε να αγοράσει ούτε να πουλήσει; Μήπως όμως έπρεπε η προηγούμενη πρόταση να ήταν γραμμένη σε τετελεσμένο αόριστο;
Αγαπώ επίσης και τους ανθρώπους που δεν πετάνε τα παλιά τους: ρούχα, μπιμπελό, έπιπλα αλλά κυρίως βιβλία. Το θυμήθηκα προχτές όταν άνθρωποι άλλαζαν –έναντι μικρής αμοιβής– τα παλιά τους βιβλία μεταξύ τους για κάποιον σκοπό, δεν έχει σημασία. Τα χέρια που πιάνουν τα χρησιμοποιημένα βιβλία σκέφτομαι, τα βιβλία που αλλάζουν χέρια και που ταξιδεύοντας από χέρι σε χέρι έχουν μια ιστορία και μια ζωή να αφηγηθούν. Θέλουμε να την ακούσουμε;
Κάθε φορά που ακούω από φίλους Αθηναίους τα περί «ερωτικής Θεσσαλονίκης», νιώθω να ζω σε άλλη πόλη. Την αναβάθμιση της Αθήνας τη ζηλεύω και δεν μπορώ να το κρύψω. Συν όλα τα παλιά που την κάνουν όμορφη. Είναι σαν να μην αγαπά κανείς τη Θεσσαλονίκη. Θεσσαλονικιός εννοώ…
Στο μεταξύ η δήθεν ερωτική Θεσσαλονίκη εξελίσσεται σε ένα γιγαντιαίο εργοτάξιο με τα έργα του μετρό.
Στην περιοχή Χήρς (Ιπποκράτειο) όπου και είχε τοποθετηθεί το μόνο –αν δεν κάνω λάθος– μνημείο που να θυμίζει ότι αυτή η πόλη ήταν κάποτε η «μικρή Ιερουσαλήμ», τελείωσαν τα έργα του parking. Το μνημείο μεταφέρθηκε στην Πλατεία Ελευθερίας, τόσο γεμάτη από μνήμες και σημασίες για τον Εβραϊκό πληθυσμό της πόλης. Να ελπίσω ότι θα μπει κάτι στην περιοχή Χηρς ένα άλλο εβραϊκό μνημείο; Πότε θα μπει κάτι στην Πανεπιστημιούπολη που να θυμίζει ότι εδώ ήταν κάποτε το νεκροταφείο των Εβραίων συμπολιτών μας;
Ψώνιζα με τη μάνα μου μαλλί για πλέξιμο από παλιό μαγαζί της αγοράς. Πριν χρόνια όταν είδα την ανακαίνισή του πόνεσα που έπεσε η παλιά βιτρίνα. Δεν τόλμησα για πολύν καιρό να περάσω από τον Μόλχο που ομοίως είχε ανακαινιστεί βάναυσα και εδώ και μήνες έκλεισε οριστικά. Λίγο καιρό πριν πέθανε και η σύζυγος του Σολομών Μόλχο, η ευγενέστατη και καλλιεργημένη Ρενέ, πλήρης ημερών και χορτάτη από παιδιά και εγγόνια. Εύχομαι να μην είδε το χάλι του κλειστού και πρώην υπέροχου βιβλιοπωλείου τους. Είναι τα χρόνια μου που μετράω σ’ αυτές τις αλλαγές νοσταλγώντας την πόλη που γνώρισα μικρή ή μήπως η έλλειψη αισθητικής και αγάπης για την πόλη που τις διακρίνει;
Σκάλιζα τα συρτάρια στο σπίτι της μάνας μου που ένα δωμάτιό του είναι αποθήκη αφότου εκείνη έφυγε και έπεσα πάνω στα κεντήματα που έκανα με τα χεράκια μου ως «κόρη». Θυμήθηκα με περισσή νοσταλγία τις ραδιοφωνικές εκπομπές που άκουγα καθώς τα έφτιαχνα, κάτι σαν τα σημερινά σήριαλ αλλά και τα ανεπανάληπτα θεατρικά κείμενα που παρακολουθούσα και συγκινήθηκα. Θυμήθηκα τη σκυμμένη μου στάση, την υπομονή και τη φροντίδα για το άχρηστο εργόχειρο και τις σκέψεις μου όταν τα έφτιαχνα. Και λιγάκι θύμωσα για τον «χαμένο» χρόνο.
Ψώνιζα με τη μάνα μου μαλλί για πλέξιμο από παλιό μαγαζί της αγοράς. Πριν χρόνια όταν είδα την ανακαίνισή του πόνεσα που έπεσε η παλιά βιτρίνα. Δεν τόλμησα για πολύν καιρό να περάσω από τον Μόλχο που ομοίως είχε ανακαινιστεί βάναυσα και εδώ και μήνες έκλεισε οριστικά. Λίγο καιρό πριν πέθανε και η σύζυγος του Σολομών Μόλχο, η ευγενέστατη και καλλιεργημένη Ρενέ, πλήρης ημερών και χορτάτη από παιδιά και εγγόνια. Εύχομαι να μην είδε το χάλι του κλειστού και πρώην υπέροχου βιβλιοπωλείου τους. Είναι τα χρόνια μου που μετράω σ’ αυτές τις αλλαγές νοσταλγώντας την πόλη που γνώρισα μικρή ή μήπως η έλλειψη αισθητικής και αγάπης για την πόλη που τις διακρίνει;
Σκάλιζα τα συρτάρια στο σπίτι της μάνας μου που ένα δωμάτιό του είναι αποθήκη αφότου εκείνη έφυγε και έπεσα πάνω στα κεντήματα που έκανα με τα χεράκια μου ως «κόρη». Θυμήθηκα με περισσή νοσταλγία τις ραδιοφωνικές εκπομπές που άκουγα καθώς τα έφτιαχνα, κάτι σαν τα σημερινά σήριαλ αλλά και τα ανεπανάληπτα θεατρικά κείμενα που παρακολουθούσα και συγκινήθηκα. Θυμήθηκα τη σκυμμένη μου στάση, την υπομονή και τη φροντίδα για το άχρηστο εργόχειρο και τις σκέψεις μου όταν τα έφτιαχνα. Και λιγάκι θύμωσα για τον «χαμένο» χρόνο.
Ευδοξία Σουρμελή
δια χειρός Ελένης Χοντολίδου
2 σχόλια:
σαν τον Οδυσσέα
πόσα άφησε πίσω του για να πάει στην Ιθάκη
και πόσα άφησε στην Ιθάκη για να πολιορκήσει την Τροία
σκόρπια, δεν είπαμε ;
όμορφο - πολύ όμορφο
είμαστε τελικά χελώνες οι άνθρωποι
κουβαλάμε τα πάντα τα πάντα στην καρδιακή μας μνήμη, ένα είδος ζεστού και προστατευτικού καβουκιού
όμορφα
Βαγγέλης Ι.
Δημοσίευση σχολίου