Θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας τη συγκίνηση
και την ευχαρίστησή μου από την παράσταση Μόλλυ Σουίνι που παίζεται στην Πειραματική Σκηνή αυτόν τον
καιρό. Συγγραφέας ο ιρλανδός Μπράιαν Φρίελ (ίσως κάποιοι θυμάστε στο ίδιο θέατρο
την παράσταση Χορεύοντας στη Λούνασα).
Εδώ και χρόνια ούτως ή άλλως η θεατρική μας ικανοποίηση από εδώ έρχεται και όχι από το ΚΘΒΕ. Με μέσα περιορισμένα και οικονομικά στραγγαλισμένα από τις ακατανόητες και εν πολλοίς α-νόητες πολιτικές του Υπουργείου Πολιτισμού, η Πειραματική Σκηνή ποτέ δεν προσέβαλε την αισθητική μας και ενίοτε ανεβάζει έργα που θα στέκονταν με άνεση σε μεγάλες πρωτεύουσες. Εν πάσει περιπτώσει, αυτό που θέλω να πω και ας σταματήσω με τις περικοκλάδες, είναι ότι στην παράσταση αυτή έργο, σκηνοθεσία και υποκριτική έχουν ευτυχήσει, καθώς κανένα δεν επιβάλλεται στο άλλο και όλα μαζί μας καθηλώνουν. Αυτό δεν αποζητά ο θεατής από το θέατρο;
Εδώ και χρόνια ούτως ή άλλως η θεατρική μας ικανοποίηση από εδώ έρχεται και όχι από το ΚΘΒΕ. Με μέσα περιορισμένα και οικονομικά στραγγαλισμένα από τις ακατανόητες και εν πολλοίς α-νόητες πολιτικές του Υπουργείου Πολιτισμού, η Πειραματική Σκηνή ποτέ δεν προσέβαλε την αισθητική μας και ενίοτε ανεβάζει έργα που θα στέκονταν με άνεση σε μεγάλες πρωτεύουσες. Εν πάσει περιπτώσει, αυτό που θέλω να πω και ας σταματήσω με τις περικοκλάδες, είναι ότι στην παράσταση αυτή έργο, σκηνοθεσία και υποκριτική έχουν ευτυχήσει, καθώς κανένα δεν επιβάλλεται στο άλλο και όλα μαζί μας καθηλώνουν. Αυτό δεν αποζητά ο θεατής από το θέατρο;
Βασιζόµενος
σε µια πειραµατική µελέτη του νευρολόγου Όλιβερ Σακς (Να
δει κανείς ή να μη δει; “To See or Not to See?”), ο συγγραφέας εστιάζεται στην ιστορία της
ηρωίδας Μόλι Σουίνι, µιας τυφλής γυναίκας η οποία, παρακινούμενη από την
επιθυµία του συζύγου της και θέλοντας να ικανοποιήσει τον γιατρό της,
αποφασίζει να αλλάξει τη ζωή της και δέχεται να κάνει µια επικίνδυνη εγχείρηση
και να διαβεί το κατώφλι της αναπηρίας της προς άγνωστους κόσμους.
Εμείς και εκείνοι: οι
βλέποντες και οι τυφλοί, οι υγιείς και οι ανάπηροι. Ο κόσμος μας και ο δικός
τους κόσμος. Μια γυναίκα που έχασε την όρασή της όταν ήταν μωρό. Εξαιτίας του
πατέρα της έχει αναπτύξει τις απτικές ικανότητες των τυφλών σε υπέρτατο βαθμό,
είναι πλήρως ενταγμένη στη ζωή, έχει υποκαταστήσει τις εικόνες που δεν βλέπει
με την πλούσια φαντασία της. Στην ηλικία των σαράντα με την προτροπή του
αφελούς και άνεργου, αυτοδίδακτου και ριψοκίνδυνου άντρα της για τον οποίον η
τυφλότητά της έχει γίνει ψύχωση και με την ένθερμη συμπαράσταση του πετυχημένου
για μία ιστορική περίπτωση οφθαλμίατρου Ράις, παρατημένου από τη σύζυγό του και
νυν αλκοολικού αποφασίζει και τολμά το πέρασμα από το «εκεί» στο «εδώ».
Το έργο βασίζεται σε
μια σειρά μονολόγων των τριών χαρακτήρων που διαδέχεται ο ένας τον άλλο. Οι
χαρακτήρες ουσιαστικά δεν συναντιούνται ποτέ για να συνομιλήσουν στη σκηνή,
παρ’ όλο που παρατάσσονται μπροστά μας ταυτοχρόνως, ξεδιπλώνοντας σιγά-σιγά και
με δραματικό τρόπο τα αδιέξοδα, τα λάθη και το τελικό «έγκλημα», του βίαιου
ξεριζώματος της Μόλλυ από τον δικό της κόσμο και την εισαγωγή της στον κόσμο
των υγιών, των βλεπόντων. Η νέα οπτική πραγματικότητα τσακίζει την όμορφη Μόλλυ
Σουίνι, η οποία ούτως ή άλλως ήταν πλήρως ενταγμένη ως ανάπηρη στον κόσμο των
μη αναπήρων, ζώντας ή ίδια στον κόσμο του σκότους και δεν μπορεί (δεν θέλει
ίσως;) να ενταχθεί στον κόσμο του φωτός. Η Μόλλυ βλέπει και κινείται μετά την
εγχείρηση αλλά οι εικόνες δεν καταγράφονται στη συνείδησή της. Ο κόσμος μας που
υποτίθεται πως έπρεπε να λαχταράει να γίνει και δικός της, στην πραγματικότητα
είναι πιο σκοτεινός Η Μόλλυ, ούτε καν ως πρόσφυγας σε ξένο τόπο (κάτι χειρότερο
από αυτό), δεν βλέπει ποτέ, παρ’ όλο που κλινικά είναι ικανή να το κάνει, χάνει
τη δουλειά της, την αυτοπεποίθησή της και καταλήγει στο ψυχιατρείο.
Οι μονόλογοι σε χρόνο παρελθοντικό, αφηγήσεις γεγονότων που
δεν συμβαίνουν μπροστά μας ποτέ. Με απλό τρόπο χωρίς μελοδραματισμούς παρακολουθούμε
με ένταση την έκβαση των γεγονότων και γινόμαστε κοινωνοί του κόσμου των τυφλών
που δεν υστερεί από τον δικό μας, είναι ένας άλλος κόσμος. Η αναπηρία όχι ως
ελάττωμα αλλά ως άλλος κόσμος! Οι αμηχανίες των μη αναπήρων απέναντι στην
τυφλότητα, ως οι τυφλοί να υστερούν σε κάτι χωρίς ποτέ να κατανοούμε ότι ο κάθε
άνθρωπος λειτουργεί στον κόσμο του με το δικό του τρόπο. Τι πολύτιμη ματιά
Κοινωνικής Ανθρωπολογίας μας προσφέρει το κείμενο!
Καθώς οι ηθοποιοί δεν
κάνουν στην πραγματικότητα τίποτε δραματικά σημαντικό, παρά στέκονται απέναντί
μας και αφηγούνται το παρελθόν, αναδεικνύονται οι μινιμαλιστικές κινήσεις της
τυφλής γυναίκας, η αίσθηση του χώρου και η φωνή της. Ουσιαστικά το κείμενο μας
ωθεί κατά κάποιον τρόπο να γίνουμε και εμείς λίγο τυφλοί, να φτιάξουμε εμείς
τις εικόνες αυτού του παρελθόντος, να κατανοήσουμε τον κόσμο των αναπήρων.
Μάθημα στην αναπηρία ήταν για μένα το έργο αυτό, ελεγεία περί ορίων και δοκίμιο
για τον τρόπο θέασης των ορίων από την πλευρά των τριών χαρακτήρων, λόγω της
θέσης που καθορίζει αποφασιστικά τη θέαση, το δάσος και εντέλει το δέντρο.
Η Ελένη Δημοπούλου στον
καλύτερο –τον πιο μεστό και εσωτερικό– ρόλο της καριέρας της. Σε σκηνοθεσία
Νίκου Χουρμουζιάδη (από τις καλύτερες δουλειές του που έχω δει), με σεβασμό στο
κείμενο και στο θέμα του. Τα μουσικά μοτίβα είναι αυθεντική ιρλανδική μουσική
επιλογή του σκηνοθέτη (το βασικό μάλιστα μοτίβο ακουγόταν και στο Λούνασα).
Σκηνικά: Λίλα Καρακώστα, κοστούμια: Παναγιώτης Λαμπριανίδης. Στους άλλους
ρόλους: Νίκος Λύτρας (Ράις), Στάθης Μαυρόπουλος
Πειραματική Σκηνή της Τέχνης, Αμαλίας 71, τηλ.
2310 821 483
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου