Από το πρώτο
της βιβλίο, την Ξανθιά πατημένη (1997),
το ταλέντο της Σοφίας Νικολαΐδου αλλά και η σπιρτάδα της, καθώς και η αγωνία
της για μία γλώσσα διαφορετική ήταν εμφανή. Προσωπικά μου φάνηκε πως εξυπνάδα
της προς το παρόν «κόβει βόλτες» σε λάθος μονοπάτια, τα θέματά της δε με αφορούσαν,
η βία των κειμένων της μου φαινόταν αχρείαστη και λίγο υπερβολική για το νεαρό
της ηλικίας της. Τα προηγούμενα κείμενά της (και δεν προσμετρώ σ’ αυτά την
έξοχη μετάφραση του Κέιβ Μπαλάντες για
φόνους και άλλα τραγούδια [2006]) δε με αφορούσαν. Με τον αυθαίρετο τρόπο
που κάτι που διαβάζουμε μας μιλά ή δεν μας μιλά. Όταν όμως μάς μιλά, μας
απευθύνει το λόγο, μας ξεδιαλύνει πράγματα για τα δικά μας και μας φωτίζει
καταστάσεις που έχουμε ζήσει ή που έχουμε σκεφτεί κι έχουμε βιώσει μέσα από τις
ζωές των άλλων, καμιά φορά και πιο έντονα από την «πραγματική» μας ζωή. Ο μωβ μαέστρος, λοιπόν, γράφτηκε για μένα.
Εννοώ ότι μου μίλησε από την πρώτη στιγμή. Και πιστεύω ότι είναι το καλύτερο
βιβλίο της Νικολαΐδου.
Πολλές φορές
έχω αναρωτηθεί τι καταλαβαίνουν «οι άλλοι» (οι εκτός της συγκεκριμένης πόλης
στην οποία διαδραματίζεται ένα μυθιστόρημα) όταν διαβάζουν ένα κείμενο που
είναι βουτηγμένο σε μία πόλη και το άρωμά της, ξεχνώντας ότι τα περισσότερα από
τα βιβλία που αγάπησα και με έπεισαν είναι βουτηγμένα σε «ξένα» αρώματα. Και
πείθουν γιατί είναι καλή λογοτεχνία. Απλώς ο κάτοικος της εν λόγω πόλης κάθε
φορά, παρά την καλή μυθοπλασία είναι ταυτοχρόνως προνομιακός θεατής της δράσης
στους συγκεκριμένους χώρους, κάτι σαν συνδυασμός λογοτεχνίας και κινηματογράφου
δηλαδή. Η ταινία, λοιπόν, για τον Μωβ μαέστρο θα γυριστεί στη Θεσσαλονίκη ή σε
κάποια πόλη που να τη θυμίζει πολύ. Οι περιγραφές των χώρων από εσωτερικό παρατηρητή
της πόλης, καλό γνώστη της ατμόσφαιρας και της μυρωδιάς της. Οι χώροι έτοιμοι
να φτιαχτούν από το συνεργείο του σκηνογράφου της ταινίας. Και το πλαίσιο της
αφήγησης: ψυχανάλυση, Rolling Stones
και η πανταχού παρούσα Θεσσαλονίκη με ονόματα δρόμων σαν φυλαχτά: Κένεντυ,
Ιωάννου Μιχαήλ, Τσιμισκή, Αριστοτέλους, παραλία…
Συνολικά, αν μετρώ σωστά, 6
ενότητες και 83 κεφάλαια-σκηνές γραμμένες σαν να πρόκειται για ντεκουπάζ,
σχεδόν έτοιμο να γυριστεί ταινία. Αυτό αποτελεί ουσιώδες συστατικό του
μυθιστορήματος, κατά την άποψή μου, και είναι ταυτοχρόνως η ύψιστη αρετή του
και ίσως η μικρή του αδυναμία. Είναι
αρετή γιατί η συγγραφέας αναγκάζεται από τη δύσκολη φόρμα που η ίδια έχει επιλέξει
να αυτο-περιορίζεται στο λόγο και στην έκφρασή της, να περιορίζει την πρωτοπρόσωπη
(σχεδόν πάντοτε) και παντογνώστρια αφηγήτριά της, που δε χαρίζει κάστανα
κανενός και κυρίως στον εαυτό της, να μιλά τόσο μόνο. Αυτό μας δίνει σε πολλές
σκηνές έντονες ριπές σε συγκίνηση και δραματικότητα, λ.χ. σε όλη σχεδόν την
«Μπένια»: τόσο μόνο χρειάζεται για να περιγραφούν το αίσθημα και η κατάσταση σε
μία οικογένεια που η μάνα πάσχει από μανιοκατάθλιψη. Σε κάποια σημεία όμως, έχω
την αίσθηση ότι η λιτή αυτή φόρμα περιορίζει τη συγγραφέα και δεν μας δίνει
–όπως θα μπορούσε και όπως θα ήθελα ως αναγνώστρια– το βάθος των προσώπων και
των καταστάσεων.
Το μυθιστόρημα
αρχίζει με τραγικό τρόπο όταν η αφοσιωμένη οικονόμος Μπίλυ «νοικιάζει» έναν
άγνωστο να παρουσιαστεί στο προσκεφάλι του ετοιμοθάνατου πατέρα ως η κόρη του,
καθώς οι επαφές του με την κόρη του είναι ανύπαρκτες. H κόρη που ακούει στο όνομα Λίζα, 34 χρόνων,
πτυχιούχος καθαρών Μαθηματικών στο Παρίσι, μεταπτυχιακά παρατημένα, υποαπασχολούμενη
σε φροντιστήριο και κληρονόμος ενός πατέρα που –με κλασικό τρόπο– λατρεύει και
μισεί («να του σπάσω το κεφάλι», «Αυτός ας τα έβγαζε πέρα μόνος του. Στο κάτω
κάτω, κι εγώ μόνη μου τα είχα βγάλει πέρα») και που της αφήνει μία μυστήρια
κληρονομιά, ένα μυστήριο άδειο κουτί. Άδειο; Η Λίζα κάνει ψυχοθεραπεία, κατ’
αρχήν για το σύμπτωμα της αϋπνίας της, τις φοβίες της. Μεγαλώνει γρήγορα από τη
μανιοκατάθλιψη και το θάνατο της μάνας της. Ενστερνίζεται τις απόψεις του πατέρα
της και αναλαμβάνει μετά το θάνατό του τα δύο του μαγαζιά. Πολύ θυμωμένη από
την απουσία του ενόσω ζούσε. («Εγώ δεν
τον έβλεπα σαν μπαμπά. Ο Ιασίδης ήταν ο χρηματοδότης του σπιτιού. Η μηχανή που
έβγαζε λεφτά»). Η αφηγήτρια μιλά για τον πατέρα της σκληρά, συχνά αποκαλώντας
τον «ο Ιασίδης» και σπανιότερα «μπαμπά».
O
πατέρας, Νικήτας Ιασίδης, ωραίος άνδρας και ιδιοκτήτης δύο μαγαζιών στην πόλη
της Θεσσαλονίκης, του νυχτερινού Ταραχή
και του trendy μπαρ Pitsiles. Μεγαλωμένος σε ορφανοτροφείο και αυτοδημιούργητος,
σκληρός με τη σκληράδα των ανθρώπων που δεν τολμούν να παρουσιάσουν το τρυφερό
τους πρόσωπο και το κρύβουν πίσω από τη σκληρή για λόγους επιβίωσης περσόνα,
περσόνα που έχει κληροδοτήσει στο σκληρό αντράκι, τον «Βεληγκέκα» όπως αποκαλεί
την κόρη του. Γλεντζές και φιλοσοφημένος, χουβαρντάς-«τρυπιοχέρης», ο «τελευταίος
σουλτάνος». Δεν πιστεύει με την κλασική έννοια του όρου «πίστη», στον Σάι
Μπάμπα και στην ανακύκλωση της κοσμικής ενέργειας πιστεύει. «Τα μάτια του άστραφταν σαν φλας».
Εργασιομανής «παραγωγικός», πρωτοποριακός
επιχειρηματίας, «ήρθε στα λεφτά του».
Τιμωρημένος με μία αρρώστια που κάνει τον άνθρωπο να χάνει την αξιοπρέπειά του,
πεθαίνει στο κρεβάτι στα χέρια και τη φροντίδα της πιστής οικονόμου, Μπίλης
(Υψιπύλης Νίκα), αφοσιωμένης σε όλους, ουσιαστικά υπεύθυνης για το μεγάλωμα της
Λίζας. Αντισυμβατικός πατέρας μέχρι τέλους όταν κληροδοτεί στην κόρη του το άδειο
κουτί με καθρέφτη στον πάτο. Μοναδική σκληρότητα και μοναδική αλήθεια.
Τα άλλα πρόσωπα
του μυθιστορήματος: ο φευγάτος φιλόσοφος-μπάρμαν, ο Μωβ, το «μάτι» του Ιασίδη
στις Pitsiles, με μεταπτυχιακό στη Φιλοσοφία και επί διδακτορία
φοιτητής. Θέμα διατριβής: Το βέλος του
χρόνου. Εξαρτημένος από ουσίες και αγαπημένος του πατέρα και της κόρης. Η
Ρωσίδα βοηθός, ονόματι Ταμάρα, συγκάτοικος της Λίζας, κοκέτα και με γούστα
στους «δύσκολους άντρες» («Ήσυχος άντρας,
ήσυχη ζωή. Ήσυχη ζωή για πεθαμένους»). Και ο πρώην της, ο ανώνυμος «Ρώσος»
του μυθιστορήματος, αφεντικό στο νυχτερινό κέντρο Ταραχή, ψυχρός νταβατζής με τη θεωρία: ποτέ με την ίδια για δεύτερη
φορά. («Όταν η γυναίκα δένεται σε δένει
ήταν η παροιμία του»). Η Ταμάρα
και ο Ρώσος συναντιούνται στην Ελλάδα μετά από χρόνια απομάκρυνσης σε μία «στατιστικώς απίθανη συνάντηση». Και ο
εξ απορρήτων φίλος του πατέρα και οικογενειακός φίλος ονόματι Σουγλές, το άλλο
άκρο από τον Ιασίδη, συμπαραστάτης της Λίζας και το πρότυπο του φίλου. Η φιλία
τους περιγράφεται εκτός των άλλων με τρόπο αριστουργηματικό στο κεφάλαιο
«Στραγάλια στην παρέλαση»: στραγάλια που πετούν ως παιδιά στους «χλελέδες» του
Ανατόλια και, στη συνέχεια, στους συνειδητοποιημένους ταξικούς αντιπάλους.
Τέλος, αλλά όχι τελευταίος και κάθε άλλο παρά αχρείαστος για την πλοκή της
αφήγησης ο ψυχοθεραπευτής της κόρης, ο επονομαζόμενος «ψυ» (αποδίδοντας γραπτά
την προφορικότητα της ορολογίας που έχει επικρατήσει στην εποχή μας) ως βασικό
πλαίσιο του βιβλίου. Έχω την αίσθηση ότι χωρίς την παρουσία του και τη συμβολή
του η αφηγήτρια δε θα είχε κάνει τα πράγματα όπως τα έκανε εν τέλει. Είναι ο
βασικός συνομιλητής της, όπως ακριβώς γίνεται και στην πραγματική ψυχοθεραπεία
όπου ο ψυ είναι ο σημαντικός σου άλλος σχεδόν, βασικός συνομιλητής στην
πραγματικότητα της πληρωμένης ώρας αλλά και όλων των άλλων στιγμών που του
απευθύνεις το λόγο, δηλαδή που αρθρώνεις το λόγο σου και το θεραπευτικό σου
αίτημα. Όλοι οι ήρωες του μωβ μαέστρου ζουν γεμάτες, δύσκολες και οριακές ζωές.
Κάποιοι δεν ενηλικιώνονται ποτέ όπως ο πατέρας και κάποιοι όπως η Λίζα το
κατορθώνουν μέσα από επώδυνες διαδικασίες.
H γλώσσα διατηρεί τη δροσιά
και την αγριάδα της προφορικότητας (ψυ, σκυλέ-ολέ, πλάτσα πλούτσα…),
πριμοδοτείται η Θεσσαλονικιώτικη διάλεκτος ανάμεικτη με πολλά τούρκικα
(ματσαράγκα, βεληγκέκας), διαβάζουμε ολίγα σλάβικα (νέμα προμπλέμα) και
λιγότερα ρωσσικά (ντβέρι ζακρίβα γιούτσια) και πολλά ξενικά που βρίσκομε στη
γλώσσα των νέων (σπιντάρω, κονσίλερ, κλάμερ, τιπς, πι-αρ, σαρβάιβορ…). Η ηρωίδα
της Νικολαΐδου μιλά προκλητικά σα να βγάζει τη γλώσσα της έξω επιδεικτικά,
ίσα-ίσα για να μην κλάψει και πονέσει περισσότερο. Αυτή η ακριβοπληρωμένη μαγκιά
(λ.χ. στη σκηνή που η Λίζα προσπαθεί να επιβληθεί στο νυχτερινό μαγαζί που
κληρονομεί από τον αιώνια έφηβο πατέρα) είναι το όπλο της για να σωθεί και να
σώσει όσα πιστεύει πως πρέπει να σωθούν: ανθρώπινες σχέσεις, η ανάμνηση του
πατέρα, τα μαγαζιά του.
Τελικά,
η λογοτεχνική κουζίνα της Σοφίας Νικολαΐδου είναι πλούσια και μεστή σε νοήματα,
εικόνες και αισθήματα, λέξεις και λογοτεχνικότητα, μυθοπλαστικές αρετές και
γνώση της ψυχής που ματώνει. Εν τέλει, είναι ένα καλό αλλά όχι ευχάριστο βιβλίο
για τις δύσκολες οικογενειακές σχέσεις.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου